Το άρθρο 13: Η παγίδα που κρύβει το νομοσχέδιο Μαρινάκη για τα περιφερειακά κανάλια

Το άρθρο 13: Η παγίδα που κρύβει το νομοσχέδιο Μαρινάκη για τα περιφερειακά κανάλια

Πίνακας περιεχομένων

Μια διάταξη αποκλεισμού που αγνοεί τη δεκαετία της κρίσης και κρατά την αγορά ΜΜΕ κλειστή- Τι πρέπει να διορθωθεί πριν το νομοσχέδιο πάει στη Βουλή Το νομοσχέδιο του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ, Παύλου Μαρινάκη, για την αδειοδότηση των περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών, που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση την 17η Απριλίου και ανοίγει έως τις 4 Μαΐου […]

Μια διάταξη αποκλεισμού που αγνοεί τη δεκαετία της κρίσης και κρατά την αγορά ΜΜΕ κλειστή- Τι πρέπει να διορθωθεί πριν το νομοσχέδιο πάει στη Βουλή

Το νομοσχέδιο του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ, Παύλου Μαρινάκη, για την αδειοδότηση των περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών, που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση την 17η Απριλίου και ανοίγει έως τις 4 Μαΐου 2026, παρουσιάζεται  ήδη ως πολιτική νίκη: ο οριστικός τερματισμός μιας θεσμικής εκκρεμότητας τριών δεκαετιών. Τα περιφερειακά κανάλια, όσα λειτουργούν επί δεκαετίες με τη ρευστή «βεβαίωση νόμιμης λειτουργίας», αποκτούν επιτέλους τη δυνατότητα πραγματικής άδειας δεκαετίας. Η εικόνα είναι θετική, η αφήγηση πειστική.
Στην πράξη, όμως, ένα και μόνο άρθρο του νομοσχεδίου — το άρθρο 13 — λειτουργεί ως μηχανισμός μαζικού αποκλεισμού. Και μάλιστα αποκλεισμού στοχευμένου: πλήττει κατά μέτωπο τη γενιά Ελλήνων επιχειρηματιών που δοκιμάστηκε από τη δεκαετή οικονομική κρίση. Η αγορά των περιφερειακών ΜΜΕ υποτίθεται ότι ανοίγει. Η πίσω πόρτα κρατιέται κλειστή.
Τι λέει πραγματικά το άρθρο 13
Η επίμαχη διάταξη απαγορεύει τη χορήγηση άδειας σε κάθε ανώνυμη εταιρεία στης οποίας τη δομή εμπλέκεται φυσικό πρόσωπο — μέτοχος άνω του 5%, μέλος διοικητικού συμβουλίου, ή νόμιμος εκπρόσωπος — που έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για συγκεκριμένα αδικήματα.
Η απαρίθμηση είναι εν μέρει εύλογη: εγκληματική οργάνωση, δωροδοκία, νομιμοποίηση εσόδων, χρηματοδότηση τρομοκρατίας. Κανείς δεν θα διαφωνήσει ότι τέτοια αδικήματα πρέπει να αποκλείουν από τη λειτουργία μέσου ενημέρωσης. Αλλά δίπλα σε αυτά, και χωρίς καμία εξειδίκευση ή χρονικό περιορισμό, ο νομοθέτης προσθέτει δύο καθολικές κατηγορίες:
Πρώτη: «οποιοδήποτε κακούργημα».
Δεύτερη: τα πλημμελήματα της πλαστογραφίας, της ψευδούς κατάθεσης, της υπεξαίρεσης και της εκβίασης.
Και οι δύο επισύρουν διά βίου αποκλεισμό από την αγορά ΜΜΕ, χωρίς καμία διάκριση ως προς το είδος του αδικήματος, τον χρόνο τέλεσης, την αποκατάσταση, ή τη σύνδεσή του με την άσκηση δραστηριότητας μέσων ενημέρωσης.
Η γενιά της κρίσης στο στόχαστρο
Για να κατανοηθεί ο βαθμός παραλογισμού αυτής της διάταξης, πρέπει να θυμηθεί κανείς τι σήμαινε η ελληνική οικονομική κρίση στο πεδίο του ποινικού δικαίου. Από το 2010 έως περίπου το 2018, χιλιάδες Έλληνες επιχειρηματίες καταδικάστηκαν για αδικήματα που στο σύνολό τους είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: αδυναμία πληρωμής, όχι δόλο εξαπάτησης.
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής, όταν τα τραπεζικά όρια κατέρρεαν. Μη έγκαιρη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, όταν ο κύκλος εργασιών είχε συρρικνωθεί κατά 60%. Μη έγκαιρη απόδοση ΦΠΑ, όταν οι επιχειρήσεις λειτουργούσαν με ληξιπρόθεσμους πελάτες και στραγγαλισμένες γραμμές χρηματοδότησης. Καθυστέρηση καταβολής δεδουλευμένων, όταν η ρευστότητα εξαφανιζόταν.
Ορισμένα από αυτά τα αδικήματα, λόγω των ποσοτικών ορίων που ίσχυαν τότε, κλιμακώθηκαν σε κακουργηματικού χαρακτήρα παραβάσεις — ιδίως η μη απόδοση ΦΠΑ άνω συγκεκριμένου ορίου. Δηλαδή, το ίδιο πραγματικό αδίκημα (μη πληρωμή οφειλής στο Δημόσιο) χαρακτηριζόταν κακούργημα ή πλημμέλημα αποκλειστικά βάσει αριθμητικού ορίου, όχι βάσει δόλου ή ηθικής απαξίας. Πολλοί από εκείνους τους επιχειρηματίες ρύθμισαν τις οφειλές τους, εξόφλησαν, ανέκτησαν. Ορισμένοι παραμένουν σήμερα ενεργοί στην αγορά. Άλλοι έχουν ήδη ξεκινήσει νέες επιχειρηματικές διαδρομές.
Το νομοσχέδιο Μαρινάκη τους αντιμετωπίζει όλους ως διά βίου αποκλεισμένους από την αγορά ραδιοτηλεοπτικών ΜΜΕ. Χωρίς διάκριση, χωρίς χρονική ρύθμιση, χωρίς αναφορά στο ενδεχόμενο αποκατάστασης.
Η νομική ανακολουθία
Το πιο ενοχλητικό στοιχείο της διάταξης είναι ότι βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με την υπόλοιπη ελληνική νομοθεσία και την ευρωπαϊκή κατεύθυνση.
Ο νέος Ποινικός Κώδικας (ν. 4619/2019) καθιέρωσε διαφοροποιημένες προθεσμίες εξάλειψης καταδικών, αναγνωρίζοντας ρητά ότι ο χρόνος αποκαθιστά τη σχέση του πρώην καταδικασμένου με την κοινωνία. Η νομοθεσία για τις δημόσιες συμβάσεις (ν. 4412/2016) προβλέπει τριετή μέγιστη διάρκεια αποκλεισμού οικονομικών φορέων από διαγωνισμούς. Ο ευρωπαϊκός Κανονισμός 2024/1083 (EMFA), που διέπει την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης στην εσωτερική αγορά, απαιτεί οι όροι άσκησης δραστηριότητας στα ΜΜΕ να είναι αντικειμενικοί, αναλογικοί και μη διακριτικοί.
Το νομοσχέδιο του 2026 αγνοεί και τις τρεις αυτές κατευθύνσεις. Προτείνει οριζόντιο, απόλυτο και μόνιμο αποκλεισμό, χωρίς εξατομικευμένη κρίση, χωρίς χρονικό όριο, χωρίς διαφοροποίηση ανάλογα με τη φύση του αδικήματος ή τη σύνδεσή του με την άσκηση ΜΜΕ. Αυτή η νομοτεχνική επιλογή δεν είναι αθώα.
Αρχή αναλογικότητας και ίση μεταχείριση με εθνικά
Η νομοτεχνική αυστηρότητα του άρθρου 13 γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν αντιπαραβληθεί με το πλαίσιο βάσει του οποίου αδειοδοτήθηκαν τα εθνικά κανάλια. Ο νόμος 4339/2015, υπό τον οποίο διεξήχθησαν οι δημοπρασίες του 2016 και εγκρίθηκαν οι μεταγενέστερες μεταβιβάσεις εθνικών σταθμών, προβλέπει επίσης έλεγχο καταδικών των μετόχων και στελεχών — αλλά σε στενότερο κατάλογο αδικημάτων και πάντοτε με την προϋπόθεση του αμετακλήτου. Η εφαρμογή του στην πράξη το επιβεβαίωσε επανειλημμένα: μέτοχοι εθνικών καναλιών έχουν διαθέσει και διαθέτουν, δημοσιογραφικά γνωστά ανοιχτά ποινικά μέτωπα χωρίς αμετάκλητη κρίση — και αυτό δεν θεωρήθηκε κώλυμα. Ορθά, δικαιολογημένα, κατ’ εφαρμογή της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας. Τίθεται όμως το ερώτημα πώς αιτιολογείται ότι για την περιφερειακή αδειοδότηση, με εφάπαξ κόστος μικρότερο κατά μία τάξη μεγέθους και πολιτική επιρροή ασύγκριτη, ο νομοθέτης επιλέγει ρύθμιση δραστικά αυστηρότερη από εκείνη που εφαρμόστηκε στην κορυφή της αγοράς. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρο 4 παρ. 1 Συντάγματος) δεν επιτρέπει στον ίδιο νομοθέτη να εφαρμόζει πιο χαλαρούς κανόνες για τους μεγάλους παίκτες και δραστικά αυστηρότερους για τους μικρότερους, στον ίδιο ρυθμιστικό τομέα. Και η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 Συντάγματος) απαιτεί το μέσο να είναι κατάλληλο και συναφές με τον σκοπό — απαίτηση που ο οριζόντιος, διά βίου αποκλεισμός για «οποιοδήποτε κακούργημα» δύσκολα εκπληρώνει.

Η ίδια η κυβέρνηση έχει προηγουμένως χαλαρώσει τη ρύθμιση
Ίσως το πιο διδακτικό στοιχείο της όλης συζήτησης είναι ότι η Ελληνική Πολιτεία έχει ήδη στο παρελθόν αναγνωρίσει τη δυσανάλογη φύση καθολικών αποκλεισμών από την αγορά και έχει προχωρήσει σε διορθώσεις. Ο νόμος 3310/2005 (“Βασικός μέτοχος”) του Φεβρουαρίου 2005 είχε θεσπίσει ένα ιδιαίτερα αυστηρό καθεστώς ασυμβίβαστων για μετόχους επιχειρήσεων που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις. Μέσα σε εννέα μήνες, με τον νόμο 3414/2005 του Νοεμβρίου του ίδιου έτους, η κυβέρνηση τροποποίησε ουσιωδώς τη ρύθμιση, περιορίζοντας δραστικά τις προϋποθέσεις ενεργοποίησής της και εισάγοντας την απαίτηση αμετάκλητης καταδίκης για συγκεκριμένα αδικήματα. Η μεταβολή έγινε γιατί αναγνωρίστηκε ότι η αρχική διατύπωση δημιουργούσε υπερβολικές δυσλειτουργίες στην αγορά και απέκλειε οριζόντια επιχειρηματικές δραστηριότητες χωρίς ουσιαστικό λόγο. Είκοσι χρόνια αργότερα, το νομοσχέδιο Μαρινάκη επαναφέρει, σε διαφορετικό τομέα αλλά με ανάλογη νομοτεχνική ακαμψία, την ίδια λογική καθολικού αποκλεισμού. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες ρυθμίσεις, όταν εισάγονται χωρίς εξατομικευμένα κριτήρια και αναλογικούς περιορισμούς, δεν αντέχουν ούτε στον νομικό ούτε στον πολιτικό χρόνο. Αν η Κυβέρνηση του 2005 βρήκε το θάρρος να διορθώσει τις δικές της υπερβολές μέσα σε εννέα μήνες, η Κυβέρνηση του 2026 μπορεί και πρέπει να δείξει την ίδια ετοιμότητα ήδη κατά τη φάση της διαβούλευσης — πριν το νομοσχέδιο φτάσει στη Βουλή.
Ποιον εξυπηρετεί τελικά ο αποκλεισμός
Ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος και υφυπουργός στον Πρωθυπουργό Παύλος Μαρινάκης, στην ανακοίνωσή του για την κατάθεση του νομοσχεδίου επισήμανε ρητά ότι η διαδικασία αδειοδότησης θα αφήνει «οριστικά πίσω πρακτικές του παρελθόντος, τις λογικές πλειοδοσίας και δημοπρασίας που περιόριζαν την πρόσβαση και δημιουργούσαν ένα κλειστό κλαμπ όπου δεν θα μπορούσαν όλοι να συμμετέχουν».
Η ρητορική όμως διαψεύδεται από τη διάταξη. Αν ο στόχος είναι πραγματικά να μπορούν όλοι να συμμετέχουν, γιατί επιλέγεται μια ρύθμιση αποκλεισμών που θα πλήξει, κατά συντηρητική εκτίμηση, εκατοντάδες Έλληνες επιχειρηματίες με ποινικό ιστορικό οικονομικής φύσεως από την περίοδο της κρίσης;
 Ο οριζόντιος αποκλεισμός, στην πράξη, προστατεύει τους υφιστάμενους παίκτες. Όσοι λειτουργούν ήδη με καθαρό ποινικό μητρώο — ή, ακριβέστερα, όσοι έχουν τη μετοχική δομή και το οικονομικό υπόβαθρο για να εμφανίζουν καθαρή εικόνα — περνούν το φίλτρο. Νεότεροι παίκτες με επιχειρηματικό φορτίο από τη δύσκολη δεκαετία, επιχειρηματίες με επιτυχημένη αναδιάρθρωση, επενδυτές που αποκατέστησαν οφειλές και άνοιξαν νέο κεφάλαιο, μένουν έξω. Οριστικά.
Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά ΜΜΕ που εμφανίζεται ανοιχτή αλλά λειτουργεί κλειστή. Ο ανταγωνισμός παραμένει δομικά περιορισμένος. Το κλειστό κλαμπ που λέει ο υπουργός ότι καταργεί, επιβιώνει διά νομοτεχνικής οδού.
Τρεις διορθώσεις που μπορούν να σώσουν το νομοσχέδιο
Η κριτική στο άρθρο 13 δεν είναι ακαδημαϊκή. Η διαβούλευση είναι ανοιχτή μέχρι τις 4 Μαΐου, και υπάρχουν τρεις συγκεκριμένες νομοτεχνικές διορθώσεις που θα επαναφέρουν την αναλογικότητα χωρίς να θυσιάσουν την αυστηρότητα όπου πραγματικά χρειάζεται.
Πρώτη: Περιοριστικός κατάλογος κακουργημάτων. Η διατύπωση «οποιοδήποτε κακούργημα» πρέπει να απαλειφθεί και να αντικατασταθεί με ρητή απαρίθμηση αδικημάτων με σύνδεση προς την άσκηση ΜΜΕ — εγκληματική οργάνωση, δωροδοκία, νομιμοποίηση εσόδων, απάτη με δόλο, τρομοκρατία, σοβαρά αδικήματα πλαστογραφίας. Κακουργήματα άσχετα με τη ραδιοτηλεοπτική δραστηριότητα δεν μπορούν να συνιστούν οριζόντιο λόγο αποκλεισμού.
Δεύτερη: Χρονικός περιορισμός ισχύος του αποκλεισμού. Ο αποκλεισμός πρέπει να λήγει μετά την πάροδο ορισμένης περιόδου από το αμετάκλητο της καταδίκης — επτά ή οκτώ ετών, σύμφωνα με τη λογική του νέου ΠΚ. Η μόνιμη, ισόβια ισχύς της κύρωσης δεν στοιχεί με καμία σύγχρονη νομική αντίληψη.
Τρίτη: Ειδική πρόβλεψη για αδικήματα της κρίσης. Μεταβατική διάταξη που θα εξαιρεί από τον αποκλεισμό καταδίκες για αδικήματα οικονομικής φύσεως της περιόδου 2010–2018 — μη καταβολή χρεών, ασφαλιστικών εισφορών, ακάλυπτες επιταγές, μη έγκαιρη απόδοση ΦΠΑ — όταν οι οφειλές έχουν εξοφληθεί ή υπαχθεί σε ρύθμιση που τηρείται και δεν υπάρχει στοιχείο δόλιας απάτης. Ο νομοθέτης του 2026 οφείλει να αναγνωρίσει ότι η οικονομική κρίση υπήρξε, ότι αφορούσε δεκάδες χιλιάδες ελληνικές επιχειρήσεις, και ότι η ποινικοποίησή της δεν μπορεί να μετατρέπεται σε διά βίου επαγγελματικό εξοστρακισμό.
Τι παίζεται πραγματικά
Το νομοσχέδιο για τα περιφερειακά κανάλια είναι μια ευκαιρία που η ελληνική ραδιοτηλεοπτική αγορά περιμένει τριάντα χρόνια. Το να παρουσιάζεται η σωστή κατεύθυνση — η μετάβαση σε αδειοδοτικό πλαίσιο, η αυστηρότητα των κριτηρίων, η αναβάθμιση σε HD, η ενίσχυση της εποπτείας του ΕΣΡ — είναι πράγματι θετική εξέλιξη.
Αλλά η παράλληλη εισαγωγή μιας διάταξης αποκλεισμού που φωτογραφίζει οριζόντια μια γενιά επιχειρηματιών είναι ένα στοιχείο που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Δεν μπορεί να ονομάζεται «άνοιγμα της αγοράς» ένας νόμος που ταυτόχρονα την κλειδώνει για εκατοντάδες υποψηφίους με τρόπο δυσανάλογο, αναχρονιστικό, και ασύμβατο με τον EMFA.
Η διαβούλευση διαρκε;i μέχρι τις 4 Μαΐου. Το άρθρο 13 μπορεί και πρέπει να διορθωθεί. Αν φτάσει στη Βουλή με την τρέχουσα διατύπωσή του, ο νόμος δεν θα κλείσει την εκκρεμότητα δεκαετιών. Θα εγκαταστήσει μια νέα, πιο διαρκή και πιο σιωπηλή: τον οριστικό αποκλεισμό της γενιάς της κρίσης από τον δημόσιο λόγο και τα ΜΜΕ.

ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ

Οι Τυπολογίες ξεκίνησαν στις 3 Οκτωβρίου 1993 στην εφημερίδα «Το Παρόν».

Επί 32 χρόνια καταγράφουν την επικαιρότητα τα όσα συμβαίνουν στα ελληνικά ΜΜΕ με 3 διαφορετικούς τρόπους.

Με την έντυπη έκδοση της Κυριακής στην εφημερίδα «ΤΟ ΠΑΡΟΝ», την ηλεκτρονική έκδοση στο www.typologies.gr και την παρουσία στο twitter (@typologies), και στη σελίδα μας στο Facebook .

ΜΕΛΟΣ